FAQ

Μια μικρή μερίδα ανθρώπων τους χαρακτηρίζει η οικονομική ευμάρεια, λόγω του πλούτου που βρήκαν έτοιμο ή λόγω της κατάλληλης οικονομικής συγκυρίας σε συνδυασμό με σωστές επιχειρηματικές κινήσεις που έκαναν από πλευράς τους. Ωστόσο για τους περισσότερους ο μόνος τρόπος για να εξασφαλίσουν  κέρδη (υπεραποδόσεις) των χρημάτων τους είναι η αποταμίευση κάποιου χρηματικού ποσού και η επένδυση μέρος του ποσού που έχει αποταμιευτεί σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Σε καμία περίπτωση δε συνίσταται να επενδυθεί το σύνολο των αποταμιεύσεων καθώς πάντα υπάρχει ο κίνδυνος οικονομικών απωλειών και θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό ο κάθε φερόμενος ως «επενδυτικός σύμβουλος» που προτείνει την επένδυση όλων των αποταμιεύσεων του πιθανού επενδυτή.

Οποιοσδήποτε θέλει να φερθεί ως πραγματικός επαγγελματίας επενδυτικός σύμβουλος, οφείλει να έχει την κατάλληλη εκπαίδευση και συνεχή ενημέρωση γύρω από τον χώρο των επνδύσεων και τα χρηματοοικονομικά προϊόντα. Το κρισιμότερο στοιχείο του επενδυτικού συμβούλου είναι ότι διαθέτει πιστοποίηση ύστερα από αμερόληπτες εξετάσεις είτε από τη Τράπεζα της Ελλάδος (πιστοποιητικό τύπου Δ) είτε πιστοποίηση από την Επιτροπή της Κεφαλαιαγοράς ή ταυτόχρονα και από τις δύο. Ο κάθε ενδιαφερόμενος επενδυτής έχει τη δυνατότητα να ζητήσει αποδεικτικό της γνωστικής επάρκειας του επενδυτικού συμβούλου με την επίδειξη κάποιου (ή κάποιων) από τα πιστοποιητικά που διαθέτει ο επενδυτικός σύμβουλος.

Φαινομενικά η επένδυση των χρημάτων με το «τζογάρισμα» των χρημάτων είναι το ίδιο πράγμα, και στις δύο περιπτώσεις έχεις πιθανότητες είτε να κερδίσεις είτε να χάσεις χρήματα, είναι όμως έτσι;

Η απάντηση είναι όχι. Ρισκάροντας ένα χρηματικό ποσό για παράδειγμα στο καζίνο, μπορεί να καταφέρουμε για παράδειγμα να διπλασιάσουμε ή να μηδενίσουμε αυτό το χρηματικό ποσό μέσα σε λίγα λεπτά κάτι το οποίο θα κριθεί αποκλειστικά με όρους τύχης. Σε περίπτωση που διπλασιάσουμε για παράδειγμα το ποσό μας καταφέραμε να βγάλουμε ένα μεγάλο κέρδος σε λίγα μόνο λεπτά εις βάρος του καζίνου το οποίο οφείλει να μας καταβάλλει το κερδισμένο ποσό όπως αντίστοιχα μπορεί να χάσουμε τα χρήματα μας που μπορεί να είναι κόποι πολλών ετών μέσα σε λίγα λεπτά προς όφελος του καζίνου. Παρατηρούμε λοιπόν ότι μεταξύ εμάς και του καζίνου υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα, εάν εγώ κερδίσω ένα ποσό (π.χ. 10.000€) το καζίνο θα χάσει 10.000€, όπως ισχύει και το αντίστροφο. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι στο τέλος της ημέρας δε μπορούν να είναι και οι δύο κερδισμένοι, ο ένας κερδίζει, ο άλλος χάνει. Ουσιαστικά δίνουμε μια μάχη πάντα ως αντίπαλοι και ποτέ ως σύμμαχοι στη «μάχη» για απόκτηση επιπλέον χρημάτων (κερδοφορία).

Το παραπάνω παράδειγμα καταδεικνύει με απλό αλλά πλήρως κατανοητό τρόπο τη διαφορά μεταξύ επένδυσης και τζόγου. Σε περίπτωση επένδυσης χρημάτων η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Ο σωστός επενδυτικός σύμβουλος ξέρει ότι το συμφέρον του δεν είναι αντικρουόμενο με το συμφέρον του επενδυτή αλλά ταυτίζεται με το δικό του, είναι δηλαδή σύμμαχοι και όχι αντίπαλοι.

Για να γίνει αντιληπτό το παραπάνω πρέπει να γίνει αντιληπτό πώς αμείβεται ο επενδυτικός σύμβουλος. Ο επενδυτικός σύμβουλος αμείβεται μέσω προμηθειών από τα προς επένδυση χρήματα του δυνητικού πελάτη-επενδυτή. Όπως και κάθε επαγγελματίας που έχει μια δική του επιχείρηση οποιασδήποτε μορφής έτσι και αυτός θέλει με τη πάροδο του χρόνου να αυξήσει τα κέρδη του. Πώς θα το πετύχει αυτό; Μια κακοπροαίρετη απάντηση θα ήταν κλέβοντας τους πελάτες του, λέγοντας ψέματα, κάτι το οποίο είναι εντελώς ασύμφορο για τον ίδιο και τη καριέρα του, καθώς η αμεροληψία, η υπευθυνότητα και η ειλικρίνεια είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά του σωστού επενδυτικού συμβούλου. Για να γίνει πιο κατανοητό το παραπάνω, αναφέραμε νωρίτερα ότι ο κάθε επιχειρηματίας θέλει να αυξήσει τα κέρδη της εταιρείας του είτε πρόκειται για κάποια μικρή ατομική επιχείρηση είτε για μεγάλη πολυεθνική εταιρεία. Ο επενδυτικός σύμβουλος αντίστοιχα πώς θα το πετύχει αυτό; Τα κέρδη του επενδυτικού συμβούλου θα αυξάνονται με την αύξηση των επενδυμένων χρημάτων που έχει καταφέρει να πετύχει συνολικά από τους πελάτες του (το λεγόμενο χαρτοφυλάκιο) καθώς η αμοιβή του είναι μέρος των επενδυμένων χρημάτων. Έστω λοιπόν ότι ένας επενδυτικός σύμβουλος αμείβεται με ποσοστό 1% επί των επενδυμένων χρημάτων κάθε έτος. Εάν έχει έναν επενδυτή με επενδυμένο ποσό 10.000€ η αμοιβή του θα είναι 10000*0,01 = 100€. Εάν έχει δύο επενδυτές με ποσό 10.000€ ο καθένας η αμοιβή του θα είναι 20000*0,01 = 200€. Με πέντε επενδυτές με ποσό 10.000€ ο καθένας η αμοιβή του θα είναι 500€ και ούτω καθεξής. Επιπλέον εάν ο κάθε επενδυτής αποφασίσει να αυξήσει το επενδυμένο ποσό του, π.χ. πέντε επενδυτές από 10.000€ ο καθένας τοποθετήσουν επιπλέον ποσό 5.000€ ο καθένας, τότε το συνολικό επενδυμένο ποσό από 50.000€ έχει αυξηθεί σε 50000+5×5000 = 75000€ και η αμοιβή του συμβούλου θα είναι 75000€x0,01 = 750€.

Με βάση το παραπάνω επίσης απλό παράδειγμα προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο επενδυτικός σύμβουλος για να αυξήσει τα κέρδη του πρέπει να αυξήσει το πελατολόγιο του και ιδανικά να αυξήσει το ποσό που έχει επενδύσει ο κάθε ήδη υφιστάμενος πελάτης – επενδυτής του. Προφανώς για να αυξήσει το ποσό που έχει επενδύσει κάποιος θα πρέπει σαφέστατα να έχει κέρδη μέσω αυτής της διαδικασίας γιατί διαφορετικά θα ζητήσει την εξαγορά και των ήδη επενδυμένων κεφαλαίων του. Το χειρότερο είναι, ότι πολύ πιθανό να «δυσφημιστεί» ο επενδυτικός σύμβουλος που δε κατάφερε να κάνει σωστά τη δουλειά του, όταν θα πρέπει να επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο, συγκεκριμένα, τη διαφήμιση της δουλειάς του σε τρίτους μέσα από το ίδιο το πελατολόγιο του με σαφείς αποδείξεις της δουλειάς του, δηλαδή όχι με ωραία λόγια αλλά με θετικές αποδόσεις των κεφαλαίων (αύξηση των χρημάτων) των πελατών-επενδυτών του. Φαίνεται λοιπόν ξεκάθαρα, γιατί ταυτίζεται το συμφέρον του επενδυτή με το συμφέρον του επενδυτικού συμβούλου.

Στη πραγματικότητα κανείς δε μπορεί να εγγυηθεί-εξασφαλίσει θετικές αποδόσεις στο μέλλον για τον οποιοδήποτε επενδυτή. Ωστόσο, η συνεχής παρακολούθηση των αγορών, μαζί με τις αντίστοιχες μεταβολές στις αποδόσεις των επενδυμένων κεφαλαίων (ανάλογα με το που έχουν αυτά επενδυθεί) σε συνδυασμό με τις παρελθούσες αποδόσεις, δίνουν έναν καλό «οδικό χάρτη» για τις κινήσεις που πρέπει να γίνουν που έχουν τις πιο αυξημένες πιθανότητες να αποφέρουν θετικές αποδόσεις στους επενδυτές. Σε αυτή τη διαδικασία πάντα λαμβάνεται υπόψη το προφίλ των επενδυτών (συντηρητικό έως επιθετικό), δηλαδή εάν επιθυμούν μεγάλες αποδόσεις με ταυτόχρονα μεγάλο κίνδυνο απώλειας των κεφαλαίων τους ή εάν επιθυμούν μικρές αποδόσεις με ταυτόχρονα μικρό κίνδυνο απώλειας των αρχικών κεφαλαίων τους. Στόχος του επενδυτικού συμβούλου είναι να επιτύχει τις μεγαλύτερες δυνατές αποδόσεις για τον επενδυτή με τον μικρότερο δυνατό κίνδυνο, κάτι το οποίο σημαίνει ότι επιδιώκει πάντα τη μέγιστη δυνατή διασπορά του κινδύνου σε συνεννόηση και συναίνεση πάντα του επενδυτή για τις οποιεσδήποτε πιθανές κινήσεις.

Το παραπάνω ερώτημα σίγουρα θα περνάει από το μυαλό πολλών (πιθανών) επενδυτών. Κατ’ αρχάς πρέπει να τονιστεί ότι οι τράπεζες μπορεί ανάλογα με την οπτική που εξετάζονται να έχουν κοινά ή αντικρουόμενα συμφέροντα με τους ανεξάρτητους από αυτές επενδυτικούς συμβούλους.

Κοινά συμφέροντα γιατί οι τράπεζες παρέχουν υπηρεσίες θεματοφυλακής, φύλαξης δηλαδή των κεφαλαίων των επενδυτών, όπως επίσης διαθέτουν για παράδειγμα δικά τους αμοιβαία κεφάλαια στα οποία μπορούν να τοποθετήσουν τα χρήματα τους οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές μέσω ανεξάρτητων από αυτές επενδυτικών συμβούλων. Επιπλέον οι επενδυτικές εταιρείες είναι σε πολλές περιπτώσεις πελάτες χονδρικής για τις τράπεζες με άμεσο οικονομικό όφελος για αυτές οπότε σε κάθε περίπτωση έχουν μεταξύ άλλων κοινά συμφέροντα.

Από μια διαφορετική οπτική μέσω των υπηρεσιών Personal & Private Banking, οι τράπεζες παρέχουν υπηρεσίες επενδυτικού συμβούλου μέσω υπαλλήλων τους με την απαραίτητη κατάλληλη εκπαίδευση και πιστοποίηση. Επιπλέον συνεργάζονται με ασφαλιστικές εταιρείες για τη παροχή των προϊόντων τους, πρόκειται για τα λεγόμενα τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα ή αλλιώς «προϊόντα bancassurance».

Γιατί λοιπόν να προτιμηθεί ο ελεύθερος επαγγελματίας επενδυτικός σύμβουλος αντί των τραπεζών; Η απάντηση είναι απλή. Παραπάνω έγινε εκτενής αναφορά γιατί το συμφέρον του επενδυτή ταυτίζεται με το συμφέρον του επενδυτικού συμβούλου. Ισχύει το ίδιο με τις τράπεζες; Στις τράπεζες εξυπηρετούν τους επενδυτές ή τους πιθανούς επενδυτές άνθρωποι που βάζουν σε προτεραιότητα τα συμφέροντα των τραπεζών καθώς δουλεύουν για αυτές, είναι υπάλληλοι τους, που είναι και πολύ λογικό. Αντιθέτως μέσω ενός ελεύθερου επαγγελματία επενδυτικού συμβούλου που τα εισοδήματά του προκύπτουν μέσα από τα εισοδήματα των επενδυτών του, είναι προφανές ότι δουλεύουν απευθείας για το συμφέρον επενδυτή, γιατί αυτό ταυτίζεται με το δικό τους. Επιπλέον μέσω ενός ελεύθερου επαγγελματία επενδυτικού συμβούλου υπάρχει ενημέρωση και επίλυση οποιωνδήποτε αποριών – ανησυχιών, οποιαδήποτε ώρα και ημέρα χωρίς περιορισμούς για τον (πιθανό) επενδυτή, κάτι το οποίο δε συμβαίνει στις τράπεζες καθώς η εξυπηρέτηση γίνεται μέσω των υπαλλήλων τους που αφενός δουλεύουν συγκεκριμένες ώρες και ημέρες και αφετέρου δεν έχουν άμεσο όφελος (ή σχεδόν ασήμαντο) από το όφελος των επενδυτών.

color
https://insurasset.gr/wp-content/themes/hazel/
https://insurasset.gr/
#d8d8d8
style1
paged
Loading posts...
/var/www/vhosts/systemhostnetwork.gr/insurasset.gr/
#
on
none
loading
#
Sort Gallery
on
yes
yes
off
on
off